• Artopoulos
  • Body and Style
  • Koukaroudis
  • Remvi Cafe - Bar
  • Optical Gallery Theodosiadis
Previous Next

Κι εκεί που περπατούσα αμέριμνη...

Μου ‘πιασε το χέρι…


Στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε στα μάτια. Το ίδιο βλέμμα, πάντα ίδιο. Αγέρωχο και παγερό. Μου είπε «έτσι, έτσι θα σε κοιτώ και θα σε ακολουθώ». Της γέλασα και συνέχισα το δρόμο μου. Μπήκα σε ένα στενό σκοτεινό και επιτάχυνα το βήμα μου, ήμουν τόσο σίγουρη πως με είχε χάσει κι όμως ήταν ακόμη πίσω μου. Τώρα χαμογελούσε αυτή. Βρέθηκε μπροστά μου. Με έκανε να την κοιτάξω πιο προσεκτικά. Ήταν ψηλή, αισθαντική, με υπέροχα γκριζοπράσινα μάτια και μαύρα μαλλιά, σαρκώδη χείλη κι έναν μακρύ λαιμό. Ποτέ μου ως τότε δεν την είχα κοιτάξει τόσο καλά, παρά μόνο τώρα που ήμασταν οι δυο μας. Δε μπορούσα να κάνω τίποτα, μοναχά να την κοιτώ. Με είχε μαγέψει.
Μέσα από τα μάτια της έβλεπα ένα φως. Το ακολούθησα και ξαφνικά βρέθηκα μόνη. Κοίταξα καλά καλά γύρω μου και το μόνο που έβλεπα ήταν φωτογραφίες. Δικοί μου και αγαπημένοι. Άγνωστοι και ξεχασμένοι. Νέοι και παλιοί. Όλοι εκεί. Άκουσα μια φωνή να μου ψιθυρίζει «μη φοβάσαι, έρχομαι». Ήταν γνώριμη φωνή. Νόμιζα πως ήσουν εσύ, πως είχες έρθει επιτέλους να με συναντήσεις. Οι φωνές έγιναν περισσότερες, τόσες που πια δεν κατάφερνα να ακούσω τι λένε . Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να χορέψω. Παρασύρθηκα σε ένα χορό δίχως τέλος. Τόσο που ξέχασα πως ήμουν μόνη. Μόνη; Μα τόσες φωτογραφίες γύρω μου και άλλες τόσες φωνές.
Όλα έπαψαν με μιας. Σκοτάδι παντού και μια σκιά. Ένα γέλιο βαθύ και κάποια φωνή να μου λέει «προχώρα». Ακολούθησα τη σκιά και μπήκα σε ένα δωμάτιο με τοίχους γεμάτους ονόματα. Τα είχα ψελλίσει πολλές φορές φωναχτά και αθόρυβα. Και ήταν και το δικό σου, και το δικό του, και το δικό τους, μα ξέχασα το δικό μου… Δε θυμόμουν πια πως γραφόταν, ούτε να το πω δε μπορούσα… Η ίδια φωνή μου ψιθύρισε «ησύχασε, θα ξεχάσεις σύντομα». Με τράβηξε και πήγαμε παρακάτω. Τώρα πια με έπιανε από το χέρι και με οδηγούσε αυτή.
Το επόμενο δωμάτιο ήταν κρύο και είχε κάτι περίεργα σχέδια παντού. Όσο πιο πολύ τα κοίταζα, τόσο πιο φωτεινά γίνονταν. Μα φυσικά. Πως δεν το είχα καταλάβει; Δεν ήταν τίποτα άλλο παρά βλέμματα. Τα ήξερα όλα ένα ένα. Τα είχα συναντήσει και τα είχα αγαπήσει. Τα είχα πνίξει μέσα μου. Βαθιά να μην τα βρει κανείς. Και πάλι βρέθηκαν μπροστά μου. Κι ο χώρος γέμισε ανάσες, γρήγορες και απότομες που ‘γιναν αναφιλητά και με έσπρωχναν να πάω παρακάτω. Μια ζωή αυτό το παρακάτω. «μα εγώ δε θέλω να πάω παρακάτω» φώναξα, μα δεν άκουγε κανείς. Κι έτσι, αφού κανείς τους δε μ’ ακούει θα πάω παρακάτω. Ξέρω τι με περιμένει.
Είχε τα κάγκελα ψηλά, τους τοίχους γκρίζους και το ταβάνι χαμηλό. Και ήταν η φυλακή μου. Αυτή η φυλακή που όλοι χτίζουμε γύρω μας. Τη χτίζουμε προσεκτικά, χρόνια ολόκληρα παλεύουμε να μπούμε εκεί. Και μόλις μπούμε μας περιμένει Εκείνη. Να φέρει πλάι μας όλα εκείνα που είχαμε φροντίσει να κρυφτούν. Τα πρόσωπα, τα ονόματα, τα βλέμματα. Είναι όλα εκεί και μας περιμένουν.
Και φτάνει μόνο μια στιγμή, ένα λεπτό, ένα ολόκληρο λεπτό. Να ορμήσεις πάνω μου, να σπάσεις τα κάγκελα και να μ’ αγκαλιάσεις, να μπεις μέσα μου και να με νιώσεις. Να διώξεις τις σκιές και το σκοτάδι. Να έρθουν τα γέλια και τα κλάματα μαζί. Οι ανάσες μας να ενωθούν και να γίνουν μνήμες. Μνήμες για να με κάνουν να αντέχω. Ένα ανοιχτό επισκεπτήριο να ενωθούν οι ψυχές μας και να μας πάρουν μακρυά, για ένα και μόνο λεπτό. Σ’ αυτό το ανοιχτό επισκεπτήριο, που περιμένουν αυτοί που ζουν στις φυλακές, τις δικές τους ή των άλλων. Ένα λεπτό που δε μας φτάνει να μιλήσουμε. Δε θα το ξοδέψουμε εκεί. Θα σε μυρίσω, θα σε φιλήσω, θα σε αγγίξω, θα σε κρατήσω. Απ’ αυτό το ανοιχτό επισκεπτήριο κανείς μας δε θα φύγει. Μα…
Πριν προλάβεις να το καταλάβεις, το ένα λεπτό θα ‘χει τελειώσει. Θα έρθει πάλι αυτή και θα σε πάρει, εσένα και όλα μαζί. Θα σβήσει το φως και θα μου ψιθυρίσει «Κοιμήσου. Δε χρειάζεσαι κανέναν. Τώρα έχεις εμένα. Είμαι η Μοναξιά και θα είμαι η καλύτερη σου φίλη. Θα δεις, θα τα ξεχάσεις όλα.» Έκλεισα τα μάτια. Μου ‘πιασε το χέρι και πήραμε ξανά το δρόμο. Ήξερε αυτή…

 


Μούρτζιου Δήμητρα

Γρήγορη Επικοινωνία

Email:
Θέμα:
Μήνυμα: