• Artopoulos
  • Body and Style
  • Koukaroudis
  • Remvi Cafe - Bar
  • Optical Gallery Theodosiadis
Previous Next

Κι εκεί που περπατούσα αμέριμνη

Κοίταξα απ’ την κλειδαρότρυπα…

Τι πόρτα είναι αυτή μπροστά μου και γιατί είναι κλειστή; Πως βρέθηκα εγώ εδώ; Μόλις πριν λίγο ήταν που γελούσαμε με τα παιδιά και πίναμε και διασκεδάζαμε. Που πήγαν όλοι; Δε βλέπω τίποτα. Προσπαθώ να φωνάξω, αλλά δε βγαίνει η φωνή μου.
Λίγες ανάσες κι αμέσως ο πρώτος πανικός. Η πρώτη προσπάθεια στα σκοτεινά να βρεις την πόρτα, ή το φως, κάποια έξοδο διαφυγής τέλος πάντων. Διαφυγή από αυτά που φοβάσαι πως θα αντικρίσεις εκεί και μέσα στα σκοτάδια. Εκεί που όλοι νομίζουν πως δε βλέπουν, κι όμως τα μεγαλύτερα φαντάσματα μας εκεί κρύβονται. Στα σκοτάδια του καθένα.
Μέσα στην εκκωφαντική σιωπή άκουσα ένα γέλιο και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου μία γυναίκα, τόσο διαφορετική από τις άλλες. Χωρίς μαλλιά, χωρίς φρύδια, χωρίς στήθος και όμως γελούσε. Με κοιτούσε στα μάτια και χαμογελούσε. «Να τη», μου λέει, «να τη η ζωή σου όλη» και το χέρι της δείχνει προς έναν εκτυφλωτικό φως. Πάω να περπατήσω μα τα πόδια μου είναι καρφωμένα στο έδαφος. Δε μπορώ να τα κουνήσω. Το σώμα μου βαραίνει, σαν κάτι να με τραβάει προς τα κάτω. Τόσο δυνατά, που δε μπορώ πια να κρατηθώ, πέφτω και καθηλώνομαι σε μία πολυθρόνα. Μπροστά μου εμφανίζεται μία τηλεόραση που ανοίγει μόνη της. Η ένταση της είναι πολύ δυνατή, προσπαθώ να κλείσω τα αυτιά μου με τα χέρια μου, μα δε μπορώ να τα σηκώσω. Είναι δεμένα μ’ ένα διάφανο σκοινί πάνω στην πολυθρόνα. Τα χρώματα της τηλεόρασης είναι τόσο έντονα που δεν μπορώ να τα κοιτάω, όμως ούτε τα μάτια μου μπορώ να κλείσω. Είμαι καθηλωμένη μπροστά σε μία τηλεόραση που σχεδόν με υπνωτίζει. Ανίκανη να αντιδράσω.
Και τότε άκουσα ένα γνώριμο τραγούδι να παίζει από την τηλεόραση… «Το γελεκάκι που φορείς, εγώ στο’ χω ραμμένο. Με πίκρες και με βάσανα στο χω φοδραρισμένο…» Μα αυτό είναι το παιδικό μου νανούρισμα, πως γίνεται να βγαίνει από ‘κει; Κι αυτή η φωνή της μαμάς μου. Μαμά; Που είσαι; Γιατί δε σε βλέπω;
Τα έντονα χρώματα της τηλεόρασης έγιναν φωτογραφίες και στιγμιότυπα της παιδικής μου ηλικίας, της εφηβικής, της ενήλικης, του τώρα και του μετά. Και όλοι οι δικοί μου άνθρωποι που γνώρισα και αγάπησα, κι αυτοί που θα γνωρίσω, πέρασαν και χάθηκαν μπροστά από τα μάτια μου. Πέρασαν σαν ταινία, σαν να τα ζούσε κάποιος άλλος. Όλες οι φορές που έπρεπε να αντιδράσω και δεν το έκανα, όλα εκείνα που είχα να πω και τα έκρυψα βαθιά μέσα μου, όλα εκείνα που ένιωσα και δε μπόρεσα να μοιραστώ. Έγιναν θάλασσα και πήγαν να με πνίξουν.
Κι εγώ ανήμπορη έβλεπα την ταινία να κυλά, και κρατούσα την ανάσα μου κάθε φορά που τα ανείπωτα λόγια γίνονταν αγκάθια και τσιμπούσαν. Κάθε φορά που τα αισθήματα μου χτυπούσαν σε τοίχο και μάτωνα. Κάθε φορά που έσκυβα το κεφάλι και έκανα πως δεν τρέχει τίποτα… Μέχρι που κάποια στιγμή η τηλεόραση έσβησε κι έγινε καθρέφτης, που φώτιζε κι έδειχνε μία γυναίκα γερασμένη, με ρυτίδες στο πρόσωπο και ώμους γερμένους μπροστά από τα βάρη. Κοίταξα πιο προσεκτικά και αντιλήφθηκα πως αυτή η γυναίκα ήμουν εγώ. Εγώ; Πως είχα γίνει έτσι;; Πόσα βάρη που δεν ήταν δικά μου φορτώθηκα; Πόσα φορτία σήκωσα και τώρα κοντεύουν να με πλακώσουν; Πόσα «σ’ αγαπώ» μου χαράκιαζαν το πρόσωπο και την καρδιά;
Έσπασα τον καθρέφτη να μη βλέπω πως άφησα τόσα χρόνια να περάσουν από μπροστά μου κι εγώ να μην τα καταλάβω. Πως τα έκρυψ α όλα μέσα μου, όλα, μαζί κι εσένα… Προσπαθώντας να σηκωθώ από την πολυθρόνα και να τρέξω να προλάβω τα χρόνια μου που έφυγαν, άκουσα μία φωνή να μου ψιθυρίζει «στα σκοτεινά σε ρίξανε, μα εσύ γυμνή χορεύεις, γέννα ανήκουστη τολμάς και διχασμούς γυρεύεις» κι ένα χέρι με άρπαξε, με τύλιξε σε μία κορδέλα και με προσκάλεσε σε ένα χορό πρωτόγνωρο. Έναν χορό του τώρα και του χθες, του χθες και του αύριο. Και εικόνες πλημμύριζαν τη μουσική, πρόσωπα κι αισθήματα. Και ήσουν κι εσύ εκεί, κι εσύ κι εσύ… Μα δε μπορούσα να σε κρατήσω. Μόνο σε άγγιξα και χάθηκες. Κι όταν τελείωσε η μουσική είδα μπροστά μου την πόρτα.
Αυτήν την πόρτα που έψαχνα, που ίσως την έψαχνα για χρόνια. Και τώρα που την είχα μπροστά μου δεν ήξερα τι να κάνω…
Έκλεισα τα μάτια μου, κράτησα την ανάσα μου και τράβηξα την πόρτα πίσω μου… Μου έδειξε το φως τι έπρεπε να κάνω… Κι ας ξέρω πως μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο και το σκοτάδι μου άφησα ότι αγάπησα και ότι πόνεσα. Μαζί μ’ αυτά άφησα κι εσένα. Θα πάω προς το φως να βρω τα χρόνια μου που έρχονται. Για να χορέψω μαζί τους. Όμως να ξέρεις… Ακόμη κι αν έφυγα, κοιτώ κρυφά από την κλειδαρότρυπα…

 

Για ό, τι αφήσαμε πίσω μας και ό, τι θα βρούμε μπροστά μας…
Δήμητρα Μούρτζιου

Γρήγορη Επικοινωνία

Email:
Θέμα:
Μήνυμα: