• Aqua Blue
  • Artopoulos
  • Body and Style
  • Elements of Caldera Santorini
  • Koukaroudis
  • Nosokomathess.gr
  • Remvi Cafe - Bar
  • Rich Cafe - Bar
  • Optical Gallery Theodosiadis
Previous Next

Κι εκεί που περπατούσα αμέριμνη...

Μου ‘πιασε το χέρι…


Στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε στα μάτια. Το ίδιο βλέμμα, πάντα ίδιο. Αγέρωχο και παγερό. Μου είπε «έτσι, έτσι θα σε κοιτώ και θα σε ακολουθώ». Της γέλασα και συνέχισα το δρόμο μου. Μπήκα σε ένα στενό σκοτεινό και επιτάχυνα το βήμα μου, ήμουν τόσο σίγουρη πως με είχε χάσει κι όμως ήταν ακόμη πίσω μου. Τώρα χαμογελούσε αυτή. Βρέθηκε μπροστά μου. Με έκανε να την κοιτάξω πιο προσεκτικά. Ήταν ψηλή, αισθαντική, με υπέροχα γκριζοπράσινα μάτια και μαύρα μαλλιά, σαρκώδη χείλη κι έναν μακρύ λαιμό. Ποτέ μου ως τότε δεν την είχα κοιτάξει τόσο καλά, παρά μόνο τώρα που ήμασταν οι δυο μας. Δε μπορούσα να κάνω τίποτα, μοναχά να την κοιτώ. Με είχε μαγέψει.

Κι εκεί που περπατούσα αμέριμνη

Κοίταξα απ’ την κλειδαρότρυπα…

Τι πόρτα είναι αυτή μπροστά μου και γιατί είναι κλειστή; Πως βρέθηκα εγώ εδώ; Μόλις πριν λίγο ήταν που γελούσαμε με τα παιδιά και πίναμε και διασκεδάζαμε. Που πήγαν όλοι; Δε βλέπω τίποτα. Προσπαθώ να φωνάξω, αλλά δε βγαίνει η φωνή μου.
Λίγες ανάσες κι αμέσως ο πρώτος πανικός. Η πρώτη προσπάθεια στα σκοτεινά να βρεις την πόρτα, ή το φως, κάποια έξοδο διαφυγής τέλος πάντων. Διαφυγή από αυτά που φοβάσαι πως θα αντικρίσεις εκεί και μέσα στα σκοτάδια. Εκεί που όλοι νομίζουν πως δε βλέπουν, κι όμως τα μεγαλύτερα φαντάσματα μας εκεί κρύβονται. Στα σκοτάδια του καθένα.

Θυμήθηκα ότι δε με νοίαζει

Περιμένοντας στη στάση 20', το λεωφορείο που έρχεται μοιάζει με όαση, αν και λιγάκι παραγεμισμένη. Ανεβαίνω με το ζόρι και ίσα που κλείνει η πόρτα και δε μένω απ' έξω. Σπρώχνω από 'δω, σκουντάω από 'κει, πατάω παραπέρα και καταφέρνω να ξεκολλήσω λίγο από το χαμό και να πάω στα μέρη που ήταν λίγο πιο άνετα.
Δίπλα μου βρίσκεται κυρία εκνευρισμένη, η οποία μιλάει στο κινητό. Άθελα μου ακούω την παρακάτω μονόπλευρη συζήτηση «Ναι Μαρία μου, καταλαβαίνω. Αλίμονο. Όμως Μαρία μου κι εμείς κάναμε παιδιά, δεν εξαφανιστήκαμε σαν την κυρία. Αλλά βέβαια, τώρα εμάς μας ξέχασε. Έτσι είναι. Έκανε πάρτυ για το μικρό, σε στενό κύκλο βέβαια. Κάλεσε όμως όλο το συγγενολόι. Όχι Μαρία μου, τι με νοιάζει εμένα; Ας κάνει ότι θέλει, αλλά να μην παραπονιέται ότι δεν έχει λεφτά. Εμένα δε με νοιάζει. Ας κάνει ότι θέλει, καρφάκι δε μου καίγεται...» Και ο παροξυσμός «αδιαφορίας» δεν είχε τελειωμό. Σκεφτόμουν «πότε θα φτάσει στον προορισμό της; Πόσο μακριά να είναι;» Κι όσο δεν την ένοιαζε, τόσο η γκρίνια συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση και πολυλογία...

Φόρεσα τη μάσκα...

Απόκριες πλησιάζουν. Η γιορτή της μεταμφίεσης. Κι εγώ πρώτη σ' αυτό. Από μικρή μου άρεζαν πολύ. Τρελαινόμουν να ντύνομαι καρναβαλάκι και να βγαίνω στους δρόμους. Να ακούω τα κλαρίνα να ηχούν και τις σερπαντίνες να ξεχύνονται από τα χέρια. Ίσως από κει να μου μείνε τελικά. Τότε που έβαλα τη μάσκα και μου άρεσε. Το συνήθισα, το έμαθα. Και άρεσε και στους άλλους, απ' ότι φάνηκε...
Ξύπνησα νωρίς το πρωί και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Έτριψα τα μάτια μου, τα ανοιγόκλεισα και κοιτάχτηκα ξανά. Ω Θεέ μου, είμαι όντως έτσι; Και χθες έτσι ήμουν; Όχι, είμαι σίγουρη πως ήμουν αλλιώς... Κάπως διαφορετική... Μα ναι, χθες φορούσα εκείνη. Την αγαπημένη μου. Αυτή με το φωτεινό χαμόγελο, τα λαμπερά μάτια και το όλο διάθεση βλέμμα. Μία από τις καλύτερες μου μάσκες και πολύ αγαπημένη από τους γύρω μου. Τη φορούσα και δεν ήταν απόκριες.

Κι εκεί που περπατούσα αμέριμνη

Άκουσα τα κουδουνάκια

 

27 χρονών έγινες, σου λέει η άλλη, κι ακόμη πιστεύεις σ' αυτά; Πρώτα απ' όλα είμαι 26 κι έπειτα έχω δικαίωμα να πιστεύω σε ότι θέλω. Ανθρώπινα δικαιώματα, φίλε μου. Γιατί και οι μεγαλύτεροι έχουν δικαίωμα στο όνειρο. Ή μήπως δεν είναι όνειρο τελικά;
Αναρωτιέμαι... Που ακριβώς είναι η αλήθεια; Και ποιος την ξέρει; Μετά από τόση σκέψη καταλήγω πως ο καθένας ξέρει τη δική του αλήθεια... Ποιος είσαι, λοιπόν, εσύ κύριε ύποπτε, με την άσπρη γενιάδα, τη μεγάλη κοιλιά και το γαλήνιο βλέμμα; Εσύ που γεμίζεις δώρα τους ανθρώπους; Που τόσες παιδικές ψυχούλες σε περιμένουν εκείνο το βράδυ... Μόνο παιδικές είναι; Έχεις όντως άσπρη γενιάδα; Φοράς κόκκινα ρούχα κι έχεις μεγάλη κοιλιά; Και τον Ρούντολφ; Τον ξέρεις τον Ρούντολφ; Άραγε, πως κουβαλάς τόσα δώρα και πως τα προλαβαίνεις;

Χαμήλωσα την «ένταση»…

«Το γυναικείο και το ανδρικό, δύο φύλα αλληλένδετα μα και διαφορετικά. Αλληλοσυμπληρούμενα θα έλεγε κάποιος. Που συναντιούνται για μια στιγμή κι από κει και μετά τίποτα δεν είναι όπως πριν. Αγκαλιάζονται, φιλιούνται, δίνουν όρκους αιώνιας αγάπης και πίστης. Υπόσχονται να περπατήσουν μαζί τα δύσκολα μονοπάτια της ζωής, κι έτσι ξεκινούν... Γεμάτοι όνειρα, σχέδια και πάθος.», διαβάζω καθισμένη στον καναπέ του σπιτιού μου και ζεσταίνω τα πόδια μου στη σόμπα. Τι όμορφες εικόνες, τι αισιόδοξες για τα επόμενα χρόνια, για μία νέα ζωή, ή τη συνέχεια αυτής...
Ο άνθρωπος σου να σε νιώθει, να σ' αγαπάει και να σε προσέχει. Να στέκεται δίπλα σου και να σε στηρίζει. Να σε στηρίζει ώσπου να αποφασίσει πως θέλει να σε ρίξει. Πως είσαι πολύ ψηλά γι' αυτόν ή αυτός είναι πολύ λίγος για εσένα. Και τότε όλα αλλάζουν. Τα δύο φύλα παύουν να είναι αλληλοσυμπληρούμενα. Γίνονται ξαφνικά το δυνατό και το αδύναμο φύλο. Ο ένας να δείξει στον άλλον τη δύναμη του, τη θέση του. Ποιος έχει το πάνω χέρι και αποφασίζει. Μέσα σε πέντε λεπτά έχει εκτονωθεί κι ήρεμος πια, βάζει ένα ποτό να πιει. Και τότε εσύ παλεύεις να σταθείς στα πόδια σου μετά από αυτήν, την πρώτη φορά και σκέφτεσαι ότι ήταν απλά μεθυσμένος, δεν ήξερε τι έκανε, αφού σ' αγαπάει. Λίγος πάγος στις μελανιές, κλεισμένη στο σπίτι λίγες μέρες για να μη σε δουν οι δικοί σου γεμάτη μώλωπες και κλάμα. Γιατί απ' όλα κλαις;

…Έβαλα φρένο στη ρόδα!

Γιατί ρόδα είναι και γυρίζει, όπως λένε. Κι εγώ το πιστεύω πως η ρόδα γυρίζει. Και το έχω βιώσει στο πετσί μου. Όμως της έβαλα φρένο, και γύρισε όσο ήθελα εγώ. Όλες οι ρόδες γυρίζουν, κι αν δεν τις βάλεις φρένο, πως θα σταματήσουν;
Είναι όμως κι η δική σου ρόδα , που χωρίς να το θέλεις, όλο κάποιος της βάζει φρένο. Χωρίς να σε ρωτήσει, χωρίς να σε υπολογίσει καν. Γιατί εσύ μπορεί να θες να ανέβεις στο πεζοδρόμιο, αλλά αυτό το αυτοκίνητο που είναι παρκαρισμένο μπροστά στη ράμπα σου βάζει φρένο. Τι φταίει όμως αυτός ο άμοιρος οδηγός αφού βιαζόταν να παρκάρει κι εκεί ήταν η μόνη ελεύθερη θέση; Αυτή μάλλον είναι η έννοια του οξύμωρου σχήματος. Νιώθεις τυχερός που βρήκες πάρκινγκ, εκεί που δεν επιτρέπεται το πάρκινγκ. Μάλιστα!

Μέτρησα τα τετραγωνικά…

Μπήκα, βγήκα, ξαναμπήκα... Κοίταξα καλά καλά γύρω μου κι αποφάσισα να τα μετρήσω. Έπρεπε να μάθω πόσα είναι. Και τελικά ήρθε η απάντηση. 4 επί 2 = 8 τετραγωνικά μέτρα. Αυτό ήταν το νέο μου φοιτητικό σπίτι. Μέσα στα 8 τετραγωνικά έπρεπε να σπουδάσω, να γελάσω, να ερωτευτώ, και να ζήσω. Μα τι να πρωτοχωρέσει σε 8 τετραγωνικά; Τα έπιπλα, τα ρούχα, τα βιβλία ή τα όνειρα μου; Και είχα τόσα πολλά να ονειρευτώ.


Όπως ήταν αναμενόμενο, χώρεσαν μόνο τα βασικά. Βασικά ρούχα, έπιπλα, βιβλία και όνειρα. Αυτά, τα όνειρα του σήμερα, του εδώ και τώρα. Το αύριο θα ερχόταν και θα περίμενε υπομονετικά τη σειρά του. Εσύ, ο φοιτητής, χρειάζεσαι μόνο τα απαραίτητα και πας μπροστά. Μπροστά μέχρι να συναντήσεις τον άλλο που περιμένει στα κοινόχρηστα μπάνια και που όλοι μετά από αυτή τη συνάντηση της τουαλέτας, κοιτιέστε με νόημα στα μάτια. Και πώς να το συμμαζέψεις αυτό το μικρό αχούρι; Φίλοι, αυτό είναι η λύση! Φίλοι για το βάψιμο, φίλοι για το κουβάλημα,
φίλοι για το καθάρισμα και φίλοι για το πρώτο βράδυ. Πάλι με τα βασικά έμεινες, αλλά τα βασικά πρόσωπα αυτή τη φορά.

Γρήγορη Επικοινωνία

Email:
Θέμα:
Μήνυμα: